die zwie­bel­sup­pe
zwie­bel­sup­pe
tsvi:blsʊpə
tsviblsoopē

Ορισμός και σημασία του "zwie­bel­sup­pe"στα γερμανικά

Die Zwie­bel­sup­pe
01

σούπα με κρεμμύδι, σούπα κρεμμυδιού

Eine Suppe aus Zwiebeln, oft mit Käse und Brot 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
zwie­bel­sup­pen
γενική πτώση
zwie­bel­sup­pe
Παραδείγματα
Ich esse gern Zwiebelsuppe. 

Μου αρέσει να τρώω κρεμμυδόσουπα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store