Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zweitsprache
01
δεύτερη γλώσσα, δευτερεύουσα γλώσσα
Sprache, die nach der Muttersprache gelernt wird und oft im Alltag benutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zweitsprache
πληθυντικός τύπος
Zweitsprachen
Παραδείγματα
In manchen Ländern ist die Zweitsprache Amtssprache.
Σε ορισμένες χώρες, η δεύτερη γλώσσα είναι επίσημη γλώσσα.



























