die zweitsprache
zweitsprache
t͡svaɪtʃpʁa:xə
tsvaitshprakhē

Ορισμός και σημασία του "zweitsprache"στα γερμανικά

Die Zweitsprache
01

δεύτερη γλώσσα, δευτερεύουσα γλώσσα

Sprache, die nach der Muttersprache gelernt wird und oft im Alltag benutzt wird 
die Zweitsprache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zweitsprache
πληθυντικός τύπος
Zweitsprachen
Παραδείγματα
Englisch ist meine Zweitsprache. 

Τα αγγλικά είναι η δεύτερη γλώσσα μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store