zweite
zweite
tsvaɪ̯tə
tsvaitē

Ορισμός και σημασία του "zweite"στα γερμανικά

01

δεύτερος, δεύτερη

Die Nummer zwei in einer Reihenfolge 
zweite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das zweite Buch ist besser. 

Το δεύτερο βιβλίο είναι καλύτερο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store