zweite
Pronunciation
/ˈʦvaɪ̯tə/

Ορισμός και σημασία του "zweite"στα γερμανικά

01

δεύτερος, δεύτερη

Die Nummer zwei in einer Reihenfolge
zweite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Unser zweites Kind ist geboren.
Το δεύτερο μας παιδί γεννήθηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store