Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zusatz
01
προσθήκη, συμπλήρωμα
Etwas, das zusätzlich zu etwas anderem gegeben oder hinzugefügt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zusatzes
πληθυντικός τύπος
Zusätze
Παραδείγματα
Der Saft enthält keine künstlichen Zusätze.
Ο χυμός δεν περιέχει τεχνητά πρόσθετα.
02
παράρτημα, συμπλήρωμα
Ein ergänzender Text oder eine zusätzliche Anmerkung, die z. B. am Ende eines Dokuments oder Buches hinzugefügt wird
Παραδείγματα
Im Anhang befindet sich ein wichtiger Zusatz zum Bericht.
Στο συνημμένο υπάρχει ένα σημαντικό συμπλήρωμα για την έκθεση.



























