zusammenleben
Pronunciation
/ʦuˈzamənˌleːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "zusammenleben"στα γερμανικά

zusammenleben
01

συνυπάρχω, ζω μαζί

Mit einer anderen Person im selben Haushalt wohnen
zusammenleben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zusammen
βασικό ρήμα
leben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lebe zusammen
γ΄ ενικό πρόσωπο
lebt zusammen
ενεστώτα μετοχή
zusammenlebend
απλός αόριστος
lebte zusammen
παθητική μετοχή
zusammengelebt
Παραδείγματα
Viele Paare leben ohne Ehe zusammen.
Πολλά ζευγάρια ζουν μαζί χωρίς να είναι παντρεμένα.
Das Zusammenleben
01

συνύπαρξη, συνύπαρξη

Mit jemandem in einem Haushalt wohnen
das Zusammenleben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zusammenlebens
Παραδείγματα
Zusammenleben erfordert Kompromisse.
Η συμβίωση απαιτεί συμβιβασμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store