Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zusammenkommen
01
συναντώμαι, συγκεντρώνομαι
An einem Ort gemeinsam erscheinen oder sich treffen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zusammen
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme zusammen
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt zusammen
ενεστώτα μετοχή
zusammenkommend
απλός αόριστος
kam zusammen
παθητική μετοχή
zusammengekommen
Παραδείγματα
Menschen aus aller Welt kamen in Berlin zusammen.
Άνθρωποι από όλο τον κόσμο συναντήθηκαν στο Βερολίνο.



























