Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zusammenfassen
01
συνοψίζω, συνθέτω
Wichtige Punkte kurz und klar darstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zusammen
βασικό ρήμα
fassen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fasse zusammen
γ΄ ενικό πρόσωπο
fasst zusammen
ενεστώτα μετοχή
zusammenfassend
απλός αόριστος
fasste zusammen
παθητική μετοχή
zusammengefasst
Παραδείγματα
Am Ende der Sitzung fassten sie alles zusammen.
Στο τέλος της συνάντησης, συνοψίσαν τα πάντα.



























