Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zusammenbruch
01
κατάρρευση, πτώση
Ein plötzlicher Verlust der körperlichen oder geistigen Funktionsfähigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zusammenbruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Zusammenbrüche
Παραδείγματα
Der Zusammenbruch der Sowjetunion veränderte die Weltpolitik.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξε την παγκόσμια πολιτική.
02
κατάρρευση, συντριβή
Ein plötzlicher, schwerer psychischer oder emotionaler Kollaps
Παραδείγματα
Nach monatelangem Stress erlitt sie einen nervlichen Zusammenbruch.
Μετά από μήνες άγχους, υπέστη νευρική κατάρρευση.



























