zusagen
zusagen
t͡su:za:gng
tsoozagng

Ορισμός και σημασία του "zusagen"στα γερμανικά

zusagen
01

αποδέχομαι, επιβεβαιώνω τη συμμετοχή

Zustimmen oder versprechen, dass man an etwas teilnimmt oder etwas macht 
zusagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
sagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
sage zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
sagt zu
ενεστώτα μετοχή
zusagend
απλός αόριστος
sagte zu
παθητική μετοχή
zugesagt
Παραδείγματα
Er hat den Job zugesagt. 

Αποδέχτηκε τη δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store