Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zurückgeben
01
επιστρέφω, αποδίδω
Etwas, das man erhalten, geliehen oder genommen hat, wieder an die ursprüngliche Person oder den ursprünglichen Ort geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zurück
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe zurück
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt zurück
ενεστώτα μετοχή
zurückgebend
απλός αόριστος
gab zurück
παθητική μετοχή
zurückgegeben
Παραδείγματα
Er hat vergessen, seine Schlüssel zurückzugeben.
Ξέχασε να επιστρέψει τα κλειδιά του.



























