der zug
zug
tsu:k
τσουκ

Ορισμός και σημασία του "zug"στα γερμανικά

01

τρένο, συρμός

Ein langes Fahrzeug auf Schienen für Passagiere oder Fracht 
der Zug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Züge
γενική πτώση
Zug(e)s
Παραδείγματα
Der Zug nach Berlin fährt um 14 Uhr. 

Το τρένο για το Βερολίνο αναχωρεί στις 14:00.

02

ανάσα, αναπνοή

Das Einatmen oder Ausatmen von Luft 
Zug definition and meaning
Παραδείγματα
Tiefe Züge aus der Flasche riechen. 

Πάρτε βαθιές αναπνοές από το μπουκάλι για να μυρίσετε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store