Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zufällig
01
τυχαία, ακούσια
Ohne Absicht
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich habe ihn zufällig im Park getroffen.
Τον συνάντησα τυχαία στο πάρκο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τυχαία, ακούσια
Τον συνάντησα τυχαία στο πάρκο.