zufällig
Pronunciation
/ˈt͡suːfɛlɪç/

Ορισμός και σημασία του "zufällig"στα γερμανικά

01

τυχαία, ακούσια

Ohne Absicht
zufällig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Bist du zufällig auch hier?
Τυχαία, είσαι κι εσύ εδώ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store