Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zinssatz
01
επιτόκιο, τοκομερίδιο
Der Prozentsatz, den man als Zinsen auf ein Darlehen oder eine Geldanlage zahlen oder erhalten muss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zinssätze
γενική πτώση
Zinssatzes
Παραδείγματα
Der Zinssatz für das Darlehen beträgt 3 Prozent pro Jahr.
Το επιτόκιο για το δάνειο είναι 3 τοις εκατό ετησίως.



























