Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zimmerschlüssel
01
κλειδί δωματίου, κλειδί του δωματίου
Ein Schlüssel, mit dem man die Tür zu einem Zimmer öffnen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zimmerschlüssel
γενική πτώση
Zimmerschlüssels
Παραδείγματα
Ich habe den Zimmerschlüssel verloren.
Έχασα το κλειδί του δωματίου.



























