Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerkochen
01
μαγειρεύω πολύ, υπερμαγειρεύω
Etwas zu lange oder zu stark kochen , sodass es matschig wird oder seinen Geschmack verliert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
kochen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerkoche
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerkocht
ενεστώτα μετοχή
zerkochend
απλός αόριστος
zerkochte
παθητική μετοχή
zerkocht
Παραδείγματα
Die Nudeln sind völlig zerkocht.
Τα ζυμαρικά είναι εντελώς υπερβολικά μαγειρεμένα.



























