zerkochen
Pronunciation
/t͡sɛɐ̯ˈkɔxn̩/

Ορισμός και σημασία του "zerkochen"στα γερμανικά

zerkochen
01

μαγειρεύω πολύ, υπερμαγειρεύω

Etwas zu lange oder zu stark kochen, sodass es matschig wird oder seinen Geschmack verliert
zerkochen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
kochen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerkoche
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerkocht
ενεστώτα μετοχή
zerkochend
απλός αόριστος
zerkochte
παθητική μετοχή
zerkocht
Παραδείγματα
Die Milch hat zerkocht und schmeckt verbrannt.
Το γάλα βράστηκε πολύ και έχει γεύση καμένου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store