Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zerfallen
01
καταρρέω, διαλύομαι
In Teile auseinanderbrechen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerfalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerfällt
ενεστώτα μετοχή
zerfallend
απλός αόριστος
zerfiel
παθητική μετοχή
zerfallen
Παραδείγματα
Seine Pläne sind wie ein Kartenhaus zerfallen.
Τα σχέδιά του κατέρρευσαν σαν ένα σπίτι από τραπουλόχαρτα.



























