zerfallen
zerfallen
t͡sɛɐ̯falən
tsefalēn

Ορισμός και σημασία του "zerfallen"στα γερμανικά

zerfallen
01

καταρρέω, διαλύομαι

In Teile auseinanderbrechen 
zerfallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerfalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerfällt
ενεστώτα μετοχή
zerfallend
απλός αόριστος
zerfiel
παθητική μετοχή
zerfallen
Παραδείγματα
Das alte Haus ist langsam zerfallen. 

Το παλιό σπίτι κατέρρευσε αργά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store