zerfallen
Pronunciation
/t͡sɛɐ̯ˈfalən/

Ορισμός και σημασία του "zerfallen"στα γερμανικά

zerfallen
01

καταρρέω, διαλύομαι

In Teile auseinanderbrechen
zerfallen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
zer
βασικό ρήμα
fallen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zerfalle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zerfällt
ενεστώτα μετοχή
zerfallend
απλός αόριστος
zerfiel
παθητική μετοχή
zerfallen
Παραδείγματα
Seine Pläne sind wie ein Kartenhaus zerfallen.
Τα σχέδιά του κατέρρευσαν σαν ένα σπίτι από τραπουλόχαρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store