Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zeitraum
01
περίοδος, διάστημα
Eine bestimmte Länge oder Dauer von Zeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zeiträume
γενική πτώση
Zeitraum(e)s
Παραδείγματα
Der Zeitraum für die Prüfung ist eine Stunde.
Η περίοδος για την εξέταση είναι μία ώρα.
LanGeek



























