der Zeitraum
Pronunciation
/ˈʦaɪ̯tˌʀaʊ̯m/

Ορισμός και σημασία του "zeitraum"στα γερμανικά

Der Zeitraum
[gender: masculine]
01

περίοδος, διάστημα

Eine bestimmte Länge oder Dauer von Zeit
der Zeitraum definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zeitraum(e)s
πληθυντικός τύπος
Zeiträume
Παραδείγματα
Innerhalb des Zeitraums müssen die Aufgaben erledigt werden.
Εντός της περιόδου, οι εργασίες πρέπει να ολοκληρωθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store