der zeitgeist
zeit
tsaɪt
tsait
geist
gaɪst
gaist

Ορισμός και σημασία του "zeitgeist"στα γερμανικά

01

το πνεύμα της εποχής

Die dominierenden Ideen, Überzeugungen und kulturellen Tendenzen einer bestimmten historischen Epoche 
der Zeitgeist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zeitgeister
γενική πτώση
Zeitgeist(e)s
Παραδείγματα
Der gegenwärtige Zeitgeist fordert radikale Maßnahmen gegen den Klimawandel. 

Το πνεύμα της εποχής απαιτεί ριζικά μέτρα κατά της κλιματικής αλλαγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store