Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zeitdruck
[gender: masculine]
01
χρονική πίεση, χρονική επείγουσα ανάγκη
Der Stress durch wenig verfügbare Zeit
Παραδείγματα
Im Beruf ist Zeitdruck oft normal.
Η πίεση του χρόνου είναι συχνά φυσιολογική στην εργασία.


























