Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Zeitalter
[gender: neuter]
01
εποχή, αιώνας
Ein längerer historischer Zeitabschnitt, der durch besondere kulturelle, technische oder gesellschaftliche Merkmale geprägt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Zeitalters
πληθυντικός τύπος
Zeitalter
Παραδείγματα
Die Menschheit tritt in ein neues ökologisches Zeitalter ein.
Η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μια νέα οικολογική εποχή.



























