Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zeichnen
[past form: zeichnete]
01
ζωγραφίζω, σχεδιάζω
Mit Stift, Bleistift oder anderem Werkzeug Linien und Formen auf Papier oder einer Oberfläche erstellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zeichne
γ΄ ενικό πρόσωπο
zeichnet
ενεστώτα μετοχή
zeichnend
απλός αόριστος
zeichnete
παθητική μετοχή
gezeichnet
Παραδείγματα
Sie zeichnet gern Porträts von Menschen.
Της αρέσει να ζωγραφίζει πορτρέτα ανθρώπων.



























