Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zahm
01
εξημερωμένος, ήπιος
Ein Tier, das freundlich und nicht wild ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zahmsten
συγκριτικός βαθμός
zahmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das zahme Kaninchen lebt im Haus.
Το εξημερωμένο κουνέλι ζει στο σπίτι.



























