zahm
Pronunciation
/ʦaːm/

Ορισμός και σημασία του "zahm"στα γερμανικά

01

εξημερωμένος, ήπιος

Ein Tier, das freundlich und nicht wild ist
zahm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zahmsten
συγκριτικός βαθμός
zahmer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das zahme Kaninchen lebt im Haus.
Το εξημερωμένο κουνέλι ζει στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store