die Zahlung
Pronunciation
/ˈʦaːlʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "zahlung"στα γερμανικά

01

πληρωμή, καταβολή

Das Übergeben von Geld für eine Ware oder Dienstleistung
die Zahlung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Zahlung
πληθυντικός τύπος
Zahlungen
Παραδείγματα
Die Zahlung war schneller als erwartet.
Η πληρωμή ήταν πιο γρήγορη από το αναμενόμενο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store