zahlreich
Pronunciation
/ˈʦaːlˌʀaɪ̯ç/

Ορισμός και σημασία του "zahlreich"στα γερμανικά

01

πολυάριθμος, άφθονος

In großer Menge oder Anzahl vorhanden
zahlreich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zahlreichsten
συγκριτικός βαθμός
zahlreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Museum zeigt zahlreiche Werke moderner Kunst.
Το μουσείο παρουσιάζει πολυάριθμα έργα μοντέρνας τέχνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store