zahlreich
zahlreich
t͡sa:lʁaɪ̯ç
tsalraich

Ορισμός και σημασία του "zahlreich"στα γερμανικά

01

πολυάριθμος, άφθονος

In großer Menge oder Anzahl vorhanden 
zahlreich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zahlreichsten
συγκριτικός βαθμός
zahlreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Menge, Quantität, Veranstaltungen
Παραδείγματα
Zahlreiche Gäste kamen zur Hochzeit. 

Πολλοί καλεσμένοι ήρθαν στο γάμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store