Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zahlreich
01
πολυάριθμος, άφθονος
In großer Menge oder Anzahl vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am zahlreichsten
συγκριτικός βαθμός
zahlreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Zahlreiche Gäste kamen zur Hochzeit.
Πολλοί καλεσμένοι ήρθαν στο γάμο.



























