tend
ˈvy:
vy
tend
tənt
tēnt

Ορισμός και σημασία του "wütend"στα γερμανικά

01

θυμωμένος, οργισμένος

Mit sehr starken Gefühlen von Ärger oder Zorn 
wütend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wütendsten
συγκριτικός βαθμός
wütender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Verhalten, Beziehung
Παραδείγματα
Er ist wütend auf seinen Bruder. 

Είναι θυμωμένος με τον αδελφό του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store