Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
würfeln
[past form: würfelte]
01
παίζω ζάρια, ρίχνω ζάρια
Mit Würfeln spielen, also einen oder mehrere Würfel werfen, um eine zufällige Zahl zu erhalten
Παραδείγματα
Beim Würfeln ist Glück oft entscheidend für den Sieg.
Ρίχνοντας ζάρια είναι συχνά καθοριστικό για τη νίκη.
02
κόβω σε μικρούς κύβους, κόβω σε ίσους μικρούς κύβους
etwas in kleine, gleichmäßige Würfel schneiden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
würfele
γ΄ ενικό πρόσωπο
würfelt
ενεστώτα μετοχή
würfelnd
απλός αόριστος
würfelte
παθητική μετοχή
gewürfelt
Παραδείγματα
Tomaten lassen sich leicht würfeln.
Οι ντομάτες μπορούν εύκολα να κοπούν σε κύβους.



























