würfeln
würfeln
vʏʁfln
vurfln

Ορισμός και σημασία του "würfeln"στα γερμανικά

würfeln
01

παίζω ζάρια, ρίχνω ζάρια

Mit Würfeln spielen, also einen oder mehrere Würfel werfen, um eine zufällige Zahl zu erhalten 
würfeln definition and meaning
Παραδείγματα
Du musst jetzt würfeln, um zu sehen, wie viele Felder du ziehen darfst. 

Τώρα πρέπει να ρίξεις τα ζάρια για να δεις πόσα τετράγωνα μπορείς να μετακινηθείς.

02

κόβω σε μικρούς κύβους, κόβω σε ίσους μικρούς κύβους

etwas in kleine, gleichmäßige Würfel schneiden 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
würfele
γ΄ ενικό πρόσωπο
würfelt
ενεστώτα μετοχή
würfelnd
απλός αόριστος
würfelte
παθητική μετοχή
gewürfelt
Παραδείγματα
Die Kartoffeln werden klein gewürfelt. 

Οι πατάτες κόβονται σε κυβάκια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store