Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
würfeln
[past form: würfelte]
01
παίζω ζάρια, ρίχνω ζάρια
Mit Würfeln spielen, also einen oder mehrere Würfel werfen, um eine zufällige Zahl zu erhalten
Παραδείγματα
Beim Würfeln ist Glück oft entscheidend für den Sieg.
Ρίχνοντας ζάρια είναι συχνά καθοριστικό για τη νίκη.
02
κόβω σε μικρούς κύβους, κόβω σε ίσους μικρούς κύβους
etwas in kleine, gleichmäßige Würfel schneiden


























