die wärme
wär
vɛɐ
βεερ
me
mə
μα

Ορισμός και σημασία του "wärme"στα γερμανικά

01

θερμότητα, ευχάριστη θερμότητα

Eine angenehme oder starke Hitze 
die Wärme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wärme
Παραδείγματα
Die Wärme der Sonne fühlt sich schön an. 

Η ζέστη του ήλιου είναι ευχάριστη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store