die währung
wäh
ˈvɛ:
ve
rung
ʁʊng
roong

Ορισμός και σημασία του "währung"στα γερμανικά

01

νόμισμα, συναλλαγματική μονάδα

Das offizielle Zahlungsmittel eines Landes oder Wirtschaftsraums 
die Währung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Währungen
γενική πτώση
Währung
Παραδείγματα
Der Euro ist die Währung Deutschlands. 

Το ευρώ είναι το νόμισμα της Γερμανίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store