der wurm
wurm
vʊɐm
voom
turmsturm

Ορισμός και σημασία του "wurm"στα γερμανικά

01

σκουλήκι, γαιοσκώληκας

Ein kleines, langes Tier ohne Beine, das oft im Boden lebt 
der Wurm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Würmer
γενική πτώση
Wurm(e)s
Παραδείγματα
Der Wurm kriecht durch die Erde. 

Το σκουλήκι σέρνεται μέσα από τη γη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store