Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wurf
01
ρίψη, πέταγμα
Die Bewegung, bei der man etwas mit der Hand durch die Luft schleudert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Würfe
γενική πτώση
Wurf(e)s
Παραδείγματα
Der Wurf war sehr stark und genau.
Η ρίψη ήταν πολύ δυνατή και ακριβής.
LanGeek



























