der wurf
wurf
vʊɐ̯f
βουφ

Ορισμός και σημασία του "wurf"στα γερμανικά

01

ρίψη, πέταγμα

Die Bewegung, bei der man etwas mit der Hand durch die Luft schleudert 
der Wurf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Würfe
γενική πτώση
Wurf(e)s
Παραδείγματα
Der Wurf war sehr stark und genau. 

Η ρίψη ήταν πολύ δυνατή και ακριβής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store