das wortfeld
wortfeld
vɔɐ̯tfɛlt
vawtfelt

Ορισμός και σημασία του "wortfeld"στα γερμανικά

01

λεξικό πεδίο, σημασιολογικό πεδίο

Eine Gruppe von Wörtern, die thematisch zusammengehören 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Wortfelder
γενική πτώση
Wortfeld(e)s
Παραδείγματα
Im Wortfeld "Reisen" findet man Wörter wie "Flugzeug" und "Koffer". 

Στο λεξικό πεδίο των « ταξιδιών », βρίσκονται λέξεις όπως « αεροπλάνο » και « βαλίτσα ».

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store