das Wortfeld
Pronunciation
/ˈvɔʁtˌfɛlt/

Ορισμός και σημασία του "wortfeld"στα γερμανικά

Das Wortfeld
[gender: neuter]
01

λεξικό πεδίο, σημασιολογικό πεδίο

Eine Gruppe von Wörtern, die thematisch zusammengehören
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wortfeld(e)s
πληθυντικός τύπος
Wortfelder
Παραδείγματα
Das Wortfeld " Gefühle " umfasst viele verschiedene Ausdrücke.
Το λεξικό πεδίο των "συναισθημάτων" περιλαμβάνει πολλές διαφορετικές εκφράσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store