wollen
Pronunciation
/ˈvɔlən/

Ορισμός και σημασία του "wollen"στα γερμανικά

wollen
01

θέλω, επιθυμώ

Einen starken Wunsch oder Willen ausdrücken
wollen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
will
γ΄ ενικό πρόσωπο
will
ενεστώτα μετοχή
wollend
απλός αόριστος
wollte
παθητική μετοχή
gewollt
Παραδείγματα
Sie will nicht sprechen.
Δεν θέλει να μιλήσει.
02

πρέπει, χρειάζομαι

Eine Notwendigkeit oder starke Empfehlung ausdrücken
wollen definition and meaning
Παραδείγματα
Wir wollen jetzt gehen.
Θέλουμε να φύγουμε τώρα.
03

πρόκειται να, έχω την πρόθεση να

Eine feste Absicht für die Zukunft ausdrücken
wollen definition and meaning
Παραδείγματα
Sie will ihre Eltern besuchen.
Αυτή θέλει να επισκεφθεί τους γονείς της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store