Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wollen
01
θέλω, επιθυμώ
Einen starken Wunsch oder Willen ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
will
γ΄ ενικό πρόσωπο
will
ενεστώτα μετοχή
wollend
απλός αόριστος
wollte
παθητική μετοχή
gewollt
Παραδείγματα
Sie will nicht sprechen.
Δεν θέλει να μιλήσει.
02
πρέπει, χρειάζομαι
Eine Notwendigkeit oder starke Empfehlung ausdrücken
Παραδείγματα
Wir wollen jetzt gehen.
Θέλουμε να φύγουμε τώρα.
03
πρόκειται να, έχω την πρόθεση να
Eine feste Absicht für die Zukunft ausdrücken
Παραδείγματα
Sie will ihre Eltern besuchen.
Αυτή θέλει να επισκεφθεί τους γονείς της.



























