Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Wolf
01
λύκος, λύκος
Ein wildes Raubtier aus der Familie der Hunde, das in Wäldern und Gebirgen lebt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Wolf(e)s
πληθυντικός τύπος
Wölfe
Παραδείγματα
Der Wolf lebt in Rudeln und jagt gemeinsam.
Ο λύκος ζει σε αγέλες και κυνηγά μαζί.



























