Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
windsurfen
01
κάνω windsurfing, ασχολούμαι με το windsurfing
mit einem Surfbrett und Segel über das Wasser fahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
windsurfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
windsurft
ενεστώτα μετοχή
windsurfend
απλός αόριστος
windsurfte
παθητική μετοχή
windgesurft
Παραδείγματα
Er möchte bald in Griechenland windsurfen.
Θέλει σύντομα να κάνει γουίντσερφ στην Ελλάδα.



























