der wind
wind
vɪnt
βιντ
rindkindblindlabyrinth

Ορισμός και σημασία του "wind"στα γερμανικά

01

άνεμος, αύρα

Luft, die sich bewegt 
der Wind definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Winde
γενική πτώση
Wind(e)s
Παραδείγματα
Der Wind ist heute stark. 

Ο άνεμος είναι δυνατός σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store