wimmeln
Pronunciation
/ˈvɪml̩n/

Ορισμός και σημασία του "wimmeln"στα γερμανικά

wimmeln
[past form: wimmelte]
01

σφύζω, γεμίζω

In großer Zahl vorhanden sein
wimmeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wimmle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wimmelt
ενεστώτα μετοχή
wimmelnd
απλός αόριστος
wimmelte
παθητική μετοχή
gewimmelt
Παραδείγματα
Die Straße wimmelte von Autos.
Ο δρόμος γέμιζε από αυτοκίνητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store