wimmeln
wi
ˈvɪ
vi
mmeln
məln
mēln
wimmern

Ορισμός και σημασία του "wimmeln"στα γερμανικά

wimmeln
01

σφύζω, γεμίζω

In großer Zahl vorhanden sein 
wimmeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wimmle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wimmelt
ενεστώτα μετοχή
wimmelnd
απλός αόριστος
wimmelte
παθητική μετοχή
gewimmelt
Παραδείγματα
Der Park wimmelt von Kindern. 

Το πάρκο γοργοπορεί με παιδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store