Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wimmeln
[past form: wimmelte]
01
σφύζω, γεμίζω
In großer Zahl vorhanden sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wimmle
γ΄ ενικό πρόσωπο
wimmelt
ενεστώτα μετοχή
wimmelnd
απλός αόριστος
wimmelte
παθητική μετοχή
gewimmelt
Παραδείγματα
Die Straße wimmelte von Autos.
Ο δρόμος γέμιζε από αυτοκίνητα.



























