die wiese
wie
ˈvi:
vi
se
wiegeweise

Ορισμός και σημασία του "wiese"στα γερμανικά

01

λιβάδι, βοσκότοπος

Ein flaches, mit Gras bewachsenes Land 
die Wiese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Wiesen
γενική πτώση
Wiese
Παραδείγματα
Die Kühe stehen auf der Wiese. 

Οι αγελάδες στέκονται στο λιβάδι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store