Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wiehern
[past form: wieherte]
01
χλιμιντρίζω
Der Laut, den Pferde machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiehere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiehert
ενεστώτα μετοχή
wiehernd
απλός αόριστος
wieherte
παθητική μετοχή
gewiehert
Παραδείγματα
Kinder lachen, wenn die Pferde wiehern.
Τα παιδιά γελούν όταν τα άλογα χλιμιντρίζουν.



























