Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wiehern
01
χλιμιντρίζω
Der Laut, den Pferde machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiehere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiehert
ενεστώτα μετοχή
wiehernd
απλός αόριστος
wieherte
παθητική μετοχή
gewiehert
Παραδείγματα
Das Pferd wiehert laut auf der Weide.
Το άλογο χλιμιντρίζει δυνατά στο βοσκότοπο.



























