wiehern
wiehern
vi:ɐn
vin

Ορισμός και σημασία του "wiehern"στα γερμανικά

wiehern
01

χλιμιντρίζω

Der Laut, den Pferde machen 
wiehern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wiehere
γ΄ ενικό πρόσωπο
wiehert
ενεστώτα μετοχή
wiehernd
απλός αόριστος
wieherte
παθητική μετοχή
gewiehert
Παραδείγματα
Das Pferd wiehert laut auf der Weide. 

Το άλογο χλιμιντρίζει δυνατά στο βοσκότοπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store