Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wiederholung
[gender: feminine]
01
επανάληψη, επαναλαμβανόμενο
Etwas, das noch einmal gemacht oder gesagt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wiederholung
πληθυντικός τύπος
Wiederholungen
Παραδείγματα
Diese Übung ist eine gute Wiederholung für die Prüfung.
Αυτή η άσκηση είναι μια καλή επανάληψη για τις εξετάσεις.



























