Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wiederholung
[gender: feminine]
01
επανάληψη, επαναλαμβανόμενο
Etwas, das noch einmal gemacht oder gesagt wird
Παραδείγματα
Diese Übung ist eine gute Wiederholung für die Prüfung.
Αυτή η άσκηση είναι μια καλή επανάληψη για τις εξετάσεις.


























