die Wiederholung
Pronunciation
/ˌviːdɐˈhoːlʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "wiederholung"στα γερμανικά

Die Wiederholung
[gender: feminine]
01

επανάληψη, επαναλαμβανόμενο

Etwas, das noch einmal gemacht oder gesagt wird
die Wiederholung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wiederholung
πληθυντικός τύπος
Wiederholungen
Παραδείγματα
Diese Übung ist eine gute Wiederholung für die Prüfung.
Αυτή η άσκηση είναι μια καλή επανάληψη για τις εξετάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store