Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wiedergeben
01
επιστρέφω, αποδίδω
Etwas, das man ausgeliehen oder bekommen hat, an die ursprüngliche Person zurückgeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
wieder
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe wieder
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt wieder
ενεστώτα μετοχή
wiedergebbend
απλός αόριστος
gab wieder
παθητική μετοχή
wiedergegeben
Παραδείγματα
Du sollst ihm sein Messer wiedergeben.
Πρέπει να επιστρέψεις το μαχαίρι του σε αυτόν.
02
παρουσιάζω, αναπαράγω
Etwas in eigenen Worten oder sinngemäß sagen oder darstellen
Παραδείγματα
Man muss die Ergebnisse objektiv wiedergeben.
Πρέπει να αναπαράγει τα αποτελέσματα αντικειμενικά.
03
αναπαράγω, αναδημιουργώ
Etwas, das man gehört, gesehen oder gelernt hat, erneut erzeugen oder darstellen
Παραδείγματα
Die Boxen geben den Bass perfekt wieder.
Τα ηχεία αναπαράγουν τέλεια τα μπάσα.



























