Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widersprechen
01
αντιφάσκω, αντιτίθεμαι
Einer Meinung oder Aussage nicht zustimmen oder dagegen sein
Παραδείγματα
Der Zeuge widersprach der Aussage des Angeklagten.
Ο μάρτυρας αντικρούστηκε τη δήλωση του κατηγορούμενου.
02
αντιφάσκω, είμαι αντιφατικός
Im Gegensatz zu etwas stehen
Παραδείγματα
Diese Theorie widerspricht der Wissenschaft.
Αυτή η θεωρία αντιτίθεται στην επιστήμη.


























