Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widersprechen
01
αντιφάσκω, αντιτίθεμαι
Einer Meinung oder Aussage nicht zustimmen oder dagegen sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
wider
βασικό ρήμα
sprechen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
widerspreche
γ΄ ενικό πρόσωπο
widerspricht
ενεστώτα μετοχή
widersprechend
απλός αόριστος
widersprach
παθητική μετοχή
widersprochen
Παραδείγματα
Er widerspricht oft seinen Lehrern.
Συχνά αντιτίθεται στους δασκάλους του.
02
αντιφάσκω, είμαι αντιφατικός
Im Gegensatz zu etwas stehen
Παραδείγματα
Deine Aussage widerspricht den Fakten.
Η δήλωσή σας αντικρούει τα γεγονότα.



























