Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
widerspiegeln
01
αντανακλώ, απεικονίζω
Ein Abbild von etwas zeigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wider
βασικό ρήμα
spiegeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spiegele wider
γ΄ ενικό πρόσωπο
spiegelt wider
ενεστώτα μετοχή
widerspiegelnd
απλός αόριστος
spiegelte wider
παθητική μετοχή
widergespiegelt
Παραδείγματα
Das Wasser spiegelte die Lichter wider.
Το νερό αντανακλούσε τα φώτα.



























