widerspiegeln
widerspiegeln
vi:dɐʃpi:gln
vidshpigln

Ορισμός και σημασία του "widerspiegeln"στα γερμανικά

widerspiegeln
01

αντανακλώ, απεικονίζω

Ein Abbild von etwas zeigen 
widerspiegeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
wider
βασικό ρήμα
spiegeln
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
spiegele wider
γ΄ ενικό πρόσωπο
spiegelt wider
ενεστώτα μετοχή
widerspiegelnd
απλός αόριστος
spiegelte wider
παθητική μετοχή
widergespiegelt
Παραδείγματα
Das Wasser spiegelte die Lichter wider. 

Το νερό αντανακλούσε τα φώτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store