Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Wettervorhersage
[gender: feminine]
01
πρόγνωση καιρού, μετεωρολογική πρόγνωση
Eine Aussage oder Information, die das zukünftige Wetter beschreibt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Wettervorhersage
πληθυντικός τύπος
Wettervorhersagen
Παραδείγματα
Heute ist die Wettervorhersage sonnig und warm.
Σήμερα, η πρόβλεψη του καιρού είναι ηλιόλουστη και ζεστή.



























