der westen
westen
vɛstn
vestn
wesenwessenweitenwetten

Ορισμός και σημασία του "westen"στα γερμανικά

01

δύση, δυτικά

Eine Himmelsrichtung, wo die Sonne untergeht 
der Westen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Westens
Παραδείγματα
Die Sonne geht im Westen unter. 

Ο ήλιος δύει στον δύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store