die weste
wes
ˈvɛs
ves
te
wüsteweitewettewespe

Ορισμός και σημασία του "weste"στα γερμανικά

01

γιλέκο, βεστ

Ein ärmelloses Kleidungsstück, das man über einem Hemd oder einer Bluse trägt 
die Weste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Westen
γενική πτώση
Weste
Παραδείγματα
Er trägt eine schwarze Weste zum Anzug. 

Φοράει ένα μαύρο γιλέκο με το κοστούμι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store