weiterschlafen
weiterschlafen
vaɪ̯tɐʃla:fn
vaitshlafn

Ορισμός και σημασία του "weiterschlafen"στα γερμανικά

weiterschlafen
01

συνεχίζω να κοιμάμαι, ξανακοιμάμαι

Nach einer Unterbrechung wieder schlafen oder einfach den Schlaf fortsetzen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
weiter
βασικό ρήμα
schlafen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schlafe weiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
schläft weiter
ενεστώτα μετοχή
weiterschlafend
απλός αόριστος
schlief weiter
παθητική μετοχή
weitergeschlafen
Παραδείγματα
Nach dem Wecker klingeln wollte ich noch weiterschlafen. 

Μετά που χτύπησε το ξυπνητήρι, ήθελα να συνεχίσω να κοιμάμαι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store