Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weitermachen
01
συνεχίζω, προχωρώ
Mit etwas fortfahren oder weitermachen, ohne aufzuhören
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
weiter
βασικό ρήμα
machen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mache weiter
γ΄ ενικό πρόσωπο
macht weiter
ενεστώτα μετοχή
weitermachend
απλός αόριστος
weitermachen
παθητική μετοχή
weitergemacht
Παραδείγματα
Sie wollte die Vergangenheit vergessen und weitermachen.
Ήθελε να ξεχάσει το παρελθόν και να προχωρήσει.



























