die Weite

Ορισμός και σημασία του "weite"στα γερμανικά

01

ευρύτητα, απεραντοσύνη

Einen großen, offenen Raum oder eine große Entfernung
die Weite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Weite
Παραδείγματα
Die Weite der Prärie lädt zum Wandern ein.
Το εύρος της λιβάδας προσκαλεί σε πεζοπορία.
02

πλάτος, εύρος

das Maß oder der Grad, wie weit oder locker etwas ist, besonders bei Kleidung
Παραδείγματα
Achte auf die richtige Weite beim Kauf.
Προσέξτε το σωστό πλάτος κατά την αγορά.
03

απόσταση, πλατιά

der Abstand oder die große Entfernung zwischen zwei Punkten
Παραδείγματα
Die Weite trennte sie jahrelang voneinander.
Το πλάτος τους χώριζε για χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store