Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weisen
01
in eine Richtung zeigen oder auf etwas hinweisen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
wies
παθητική μετοχή
gewiesen
Παραδείγματα
Die Zahlen weisen auf eine deutliche Verbesserung hin.



























