weinen
Pronunciation
/ˈvaɪ̯nən/

Ορισμός και σημασία του "weinen"στα γερμανικά

weinen
01

κλαίω, χύνω δάκρυα

Tränen zeigen, weil man traurig oder emotional ist
weinen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weine
γ΄ ενικό πρόσωπο
weint
ενεστώτα μετοχή
weinend
απλός αόριστος
weinte
παθητική μετοχή
geweint
Παραδείγματα
Nach dem Film haben viele Zuschauer geweint.
Μετά την ταινία, πολλοί θεατές έκλαψαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store