Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weinen
01
κλαίω, χύνω δάκρυα
Tränen zeigen, weil man traurig oder emotional ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weine
γ΄ ενικό πρόσωπο
weint
ενεστώτα μετοχή
weinend
απλός αόριστος
weinte
παθητική μετοχή
geweint
Παραδείγματα
Nach dem Film haben viele Zuschauer geweint.
Μετά την ταινία, πολλοί θεατές έκλαψαν.



























